|
 |
Αρχική » Επίκαιρα κείμενα

Κάθε Άγιος, όσο ακόμη πορεύεται μέσα στον κόσμο, βιώνει μια παράδοξη πραγματικότητα: γίνεται «επικηρυγμένος». Όχι βέβαια με την κοσμική έννοια της καταδίωξης μόνο, αλλά με μια βαθύτερη, υπαρξιακή ένταση. Η ζωή του, η αλήθεια του, η ελευθερία του από τα συμβατικά σχήματα, προκαλούν. Ο αληθινός άνθρωπος του Θεού δεν μπορεί να ενταχθεί εύκολα σε ανθρώπινα καλούπια, δεν χειραγωγείται, δεν γίνεται προβλέψιμος. Και ακριβώς γι’ αυτό καθίσταται επικίνδυνος για κάθε σύστημα που στηρίζεται στην αυτάρκεια, στην υποκρισία ή στην πνευματική αδράνεια.
Η ιστορία της Εκκλησίας βρίθει τέτοιων παραδειγμάτων. Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας διώχθηκε επανειλημμένως, εξορίστηκε, συκοφαντήθηκε, επειδή αρνήθηκε να συμβιβαστεί με την αίρεση της εποχής του. Ο Άγιος Νεκτάριος γνώρισε την αδικία, τη διαβολή και την περιφρόνηση ακόμη και από εκκλησιαστικούς κύκλους. Ο Άγιος Γαβριήλ ο διά Χριστόν σαλός θεωρήθηκε παράδοξος, προκλητικός, «εκτός μέτρου» για τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής του. Και όμως, όλοι αυτοί δεν έπαψαν να ζουν μέσα στην αλήθεια του Θεού, ακόμη κι όταν αυτή η αλήθεια τους καθιστούσε «ανεπιθύμητους».Μετά την κοίμησή τους, όμως, συχνά συμβαίνει μια αντιστροφή: οι ίδιοι άνθρωποι που κάποτε απορρίφθηκαν, τώρα «ανακηρύσσονται». Τιμώνται, υμνούνται, εντάσσονται στο επίσημο εκκλησιαστικό και κοινωνικό σώμα. Η μνήμη τους γίνεται αποδεκτή, ίσως γιατί πλέον δεν ενοχλεί άμεσα. Ο λόγος τους, αν δεν βιωθεί, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα ακίνδυνο μνημείο, σε μια «ιερή ανάμνηση» που δεν ταράζει τη συνείδηση.
Κι εδώ ακριβώς ανακύπτει το κρίσιμο θεολογικό και υπαρξιακό ερώτημα: ποια είναι η θέση του σύγχρονου χριστιανού μέσα σε αυτή τη δυναμική; Το Ευαγγέλιο παρουσιάζει τον ίδιο τον Χριστό ως «σημείον αντιλεγόμενον» (Λουκ. β΄, 34). Η αλήθεια Του δεν έγινε ποτέ καθολικά αποδεκτή χωρίς αντίσταση· αντιθέτως, προκάλεσε σύγκρουση, αποκάλυψε διαθέσεις καρδιών, έφερε διαίρεση ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι.Ο χριστιανός, ως μιμητής του Χριστού, δεν καλείται σε μια άνετη θρησκευτικότητα, ούτε σε μια επιφανειακή προσαρμογή στις κοινωνικές νόρμες. Καλείται σε μια ζωή ελευθερίας και αλήθειας, που δεν εγκλωβίζεται σε στερεότυπα. Να είναι «μη προσδιορίσιμος» με την έννοια ότι δεν περιορίζεται από τα ανθρώπινα σχήματα, αλλά κινείται αενάως μέσα στην απεραντοσύνη της θείας ζωής.
Αυτό δεν σημαίνει ιδιορρυθμία ή εγωκεντρική αντίδραση. Δεν πρόκειται για μια στείρα αντιδραστικότητα, αλλά για καρπό αυθεντικής σχέσης με τον Θεό. Όταν ο άνθρωπος ζει αληθινά εν Χριστώ, τότε η ζωή του αποκτά μια δυναμική που δεν χωρά σε προκαθορισμένα πλαίσια. Η παρουσία του γίνεται μαρτυρία — και κάθε γνήσια μαρτυρία εμπεριέχει και το στοιχείο της πρόκλησης.Αναπόφευκτα, αυτή η στάση οδηγεί στην παρεξήγηση, στην απόρριψη, ακόμη και στην αποδοκιμασία. Ο κόσμος δυσκολεύεται να αποδεχθεί ό,τι δεν μπορεί να ελέγξει ή να κατατάξει. Γι’ αυτό και ο «αντιλεγόμενος» άνθρωπος γίνεται συχνά στόχος. Όμως αυτή ακριβώς η πορεία είναι που φανερώνει τη γνησιότητα της πίστεως.
Στον αντίποδα, υπάρχει πάντα ο πειρασμός της «τακτοποίησης»: να ενταχθεί κανείς σε ασφαλή, κοινωνικά αποδεκτά σχήματα, να μην ενοχλεί, να μην προκαλεί, να εξασφαλίζει την επιδοκιμασία των άλλων. Μια τέτοια στάση, όμως, εγκυμονεί τον κίνδυνο της πνευματικής ακινησίας. Ο άνθρωπος παύει να είναι ζωντανή μαρτυρία και μετατρέπεται σε μέρος ενός συστήματος που απλώς αναπαράγει τον εαυτό του.Το ερώτημα, λοιπόν, παραμένει ανοιχτό και καίριο για τον καθένα μας:Ζούμε ως «αντιλεγόμενοι», ως φορείς μιας αλήθειας που δεν χωρά σε καλούπια, ή έχουμε ήδη εξασφαλιστεί μέσα στα αεροστεγή συρτάρια της ανθρώπινης αποδοχής;Η απάντηση δεν δίνεται με λόγια, αλλά με τον τρόπο της ζωής μας.
Δ.Τ.Θ
|
|